Μια μικρή νεράιδα καθησμένη πάνω στην αγαπήμενη της τουλίπα απολάμβανε την ησυχία της, καθώς έβλεπε τον ήλιο να ανατέλει. Το δροσερό πρωινό αεράκι σκόρπιζε τα μαλλιά της και οι πρωινές αχτίδες του ήλιου χρυσάφιζαν στο πρόσωπό της. Καθώς περνούσε η ώρα κι απολάμβανε τα χρυσορόδινα χρώματα του τοπίου, εμφανίστηκε ένας ωραίος άντρας, αρρενωπός,σοβαρός με πολύ όμορφα χαρακτηριστηκά. Η μικρή νεράιδα μόλις τον είδε να την πλησιάζει πάνω στο κατάμαυρο άλογο του,ένοιωσε έναν κόμπο στο στομάχι της. «Τι ωραίος άντρας;» Σκέφτηκε.
Ο άντρας την πλησιάσε και της εξήγησε ότι ήταν ένας τεύτονας ιππότης που είχε χαθεί και χρειαζόταν τη βοήθεια της.
Η νεράιδα, κοινωνική και φιλική καθώς ήταν με όλους προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει.Στο δρόμο δεν αντάλλαξαν ουτε μία κουβέντα,μόνο μερικές κλεφτές ματιές.
Δεν ήξερε πώς να σπάσει τη σιωπή.Προσπάθησε με διάφορες γκάφες και αστεία να τον κάνει να της μιλήσει αλλά εκείνος σοβαρός κι αμίλητος άρχισε να κάνει σκέψεις για το ότι η μικρή ήταν πολύ χαζή και ότι με τίποτα δεν θα μπορέσει να τον βγάλει από το αδιέξοδο του.Ξαφνικά η νεράιδα άρχισε να νοιώθει έναν πόνο στα φτέρα της,προσπάθησε να φανεί δυνατή στον άγνωστο ξένο και φτερούγησε δίπλα του δυνατότερα σταματώντας να μιλαέι κι η ίδια. Φυσικά ο άγνωστος άντρας κατάλαβε πώς κάτι συμβαίνει αφού ξαφνικά η νεράιδα άρχισε να χάνει το χρυσαφένιο χρώμα της.
Της ζήτησε να καθήσουν να ξεκουραστούν για λίγο.
Αφού καθήσανε τη ρώτησε γιατί είχε αρχίσει να χάνει τη λάμψη της.Η μικρή ντράπηκε που άρχισε η κούραση να φαίνετε στο χρώμα της κι απλά του χαμογέλασε. «Τώρα δε μου μιλάς ε?»της είπε εκείνος… Απάντηση δεν πήρε και σηκωθήκανε να συνεχίσουνε το δρόμο τους.
Κάποια στιγμή ο άντρας άρχισε να της μιλάει και να τη ρωτάει διάφορα για τη διαδρομή.
Η μικρή άρχισε να του μιλάει με τον πιο ευχάριστο τόνο που διέθεται και δεν άργησαν να έρθουν και τα πειράγματα.Η νεράιδα άρχισε να χρυσαφίζει και πάλι γιατί ξέχασε προς στιγμήν την κουράση της με την κουβέντα.Τότε ο άντρας την κάλεσε να καθήσει κι αυτή μαζί του στο άλογο.Τα πειράγματα άρχισαν να δημιουργούν ένα έντονο κλήμα συμπάθειας όπου η μικρή άφησε τον εαυτό της ελεύθερο και του έδειξε τον πραγματικό της χαρακτήρα. Η έντονη συμπάθεια όμως δημιούργησε κι ένα περιέργο κλίμα ερωτισμού.
Προς στιγμήν φοβήθηκε ότι της συνέβαινε κάτι κακό, γιατί κάθε φορά που της μιλούσε ένοιωθε ένα κόμπο στο στομάχι της κι ένα συναίσθημα που είχε καιρό να νοιώσει «Ενθουσιασμό»…
Από τον έντονο αυθορμητισμό της, του είπε κάτι που κι η ίδια το μετάνοιωσε με το που το ξεστόμησε ,πίστεψε ότι ο ιππότης, σοβαρός καθώς ήταν, θα την παρεξηγούσε και τότε της είπε: «Μικρή μου,γιατί παίζεις μαζί μου;»…
Τα γέλια κόπηκαν με μιας, η μικρή νεράιδα κατέβασε το κεφάλι και σκέφτηκε ότι δεν έιχε μαθει να παίζει σωστά αυτό το παιχνίδι κι ότι πάντα έχανε. «Αφέθηκα σα να ζώ σε όνειρο, μου βγάζεις μια περίεργη αίσθηση εμπιστοσύνης.» του απάντησε.
Σκοτίνιασε…
Σταματήσανε στη μέση του δάσους κι η νεράιδα με τις μικρές μαγικές δυνατότητες που είχε άναψε φωτιά για να ζεσταθούν.Ο ιππότης της έδωσε το πανωφόρι του για να μην κρυώνει. Καθησε απέναντι της και κοίταξε μέσα στα τεράστια μάτια της,εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα κι εκείνος με μια κίνηση κάθησε δίπλα της. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει τι να κάνει το μόνο που καταφέρε να του ψυθιρίσει ήταν «Γιατί μου το κάνεις αυτό;»
-«Γιατί μου το κάνεις κι εσύ»της απάντησε και την αγκάλιασε σφυχτά μέσα στα δύο του χέρια…
Έμειναν έτσι σχεδόν όλο το βράδυ μέχρι που τους πήρε ο ύπνος. Με την πρώτη ηλιαχτίδα η νεράιδα ξύπνησε άφησε στα γρήγορα ένα σημείωμα χαραγμένο πάνω στο δέντρο που ήταν δεμένο το άλογο του ιππότη «Θα ξαναρθώ μόλις νυχτώσει.Να προσέχεις!»
Εκείνος όταν ξύπνησε και δεν τη βρήκε δίπλα του σκέφτηκε ότι είδε το πιο όμορφο όνειρο που είχε δεί ποτέ στη ζωή του.Όταν έλυσε το άλογο κι ετοιμάστηκε να φυγεί είδε το σημείωμα χαραγμένο στο δέντρο,χαμογελασε και έφυγε.Κατα τη διάρκεια της διαδρόμης δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του και τότε αποφασιστηκά φώναξε «ΟΝΕΙΡΟ ΕΙΣΑΙ!!!» …
Η νεράιδα τον άκουσε αν και ήταν πάρα πολύ μακριά του και σιγομουρμούρησε «Κι εσύ αλλά πρέπει να φύγεις, θα έρχομαι τις νύχτες να σε προσέχω όπου κι αν είσαι»…
Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου